Meaning of Θεοφάνια | Babel Free
/θe.oˈfa.ni.a/Ορισμοί
- μεγάλη ετήσια χριστιανική εορτή σε ανάμνηση της βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό
- γυναικείο όνομα, θηλυκό του Θεοφάνης
- γιορτή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας στους Δελφούς, κατά την οποία τα αγάλματα του Θεού Απόλλωνα δείχνονταν στους πιστούς
Παραδείγματα
“※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.