Meaning of θεοκρατία | Babel Free
/θe.o.kraˈti.a/Ορισμοί
το πολιτικό σύστημα στο οποίο την εξουσία ασκεί η θρησκευτική ηγεσία ως εκπρόσωπος του Θεού και η κοσμική νομοθεσία υποκαθίσταται από την θρησκευτική
Ισοδύναμα
English
Theocracy
Παραδείγματα
“Στην αρχαία Αίγυπτο επικρατούσε θεοκρατία.”
Theocracy was dominant in Ancient Aegypt.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.