Meaning of θίασος | Babel Free
/ˈθi.a.sos/Ορισμοί
- ομάδα ηθοποιών ή άλλων καλλιτεχνών που παρουσιάζουν ένα θεατρικό έργο ή άλλο θέαμα
- ομάδα πιστών του θεού Διονύσου
Παραδείγματα
“※ Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές—”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.