ημίφωνο
Ορισμοί
- φθόγγος που ο τρόπος άρθρωσής του είναι μεταξύ φωνήεντος και συμφώνου. Χαρακτηριστικά ημίφωνα είναι οι φθόγγοι /ʝ/ και /w/
- οι φθόγγοι [i] και [u] μπορούν να μετατραπούν σε ημίφωνα όταν σε γρήγορο λόγο αποτελούν μία συλλαβή με το προηγούμενο ή με το επόμενο φωνήεν
- τα εξακολουθητικά σύμφωνα (σ, λ, ρ, μ, ν) σε αντίθεση με τα άφωνα (ή στιγμιαία)
Ισοδύναμα
17 more languages
العربيةأَشْبَاهُ العِلَلِ
Češtinapolosamohláska
Danskhalvvokal
Esperantoduonvokalo
Suomipuolivokaali
Հայերենկիսաձայն
日本語半母音
한국어반모음
Polskipółsamogłoska
Portuguêssemivogal
Românăsemivocală
Русскийполугласный
Tagalogmalapatinig
Tiếng Việtbán nguyên âm
Παραδείγματα
“※ ημίφωνο - Λεξικό γλωσσολογικών όρων - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2006‑08) Φθόγγος ο οποίος βρίσκεται, ως προς τον τρόπο άρθρωσής του, ανάμεσα στα φωνήεντα και στα σύμφωνα χωρίς να μπορεί να υπαχθεί σε καμιά από τις δύο κατηγορίες. Τα ημίφωνα παράγονται με κλείσιμο της στοματικής κοιλότητας που δεν είναι ωστόσο ικανό να δημιουργήσει φραγμό ή τριβή (και επομένως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σύμφωνα) ούτε και επαρκές για την άρθρωση ενός καθαρού φωνήεντος. Θεωρούνται μεταβατικοί φθόγγοι, καθώς η γλώσσα μετακινείται, «γλιστρά» (glides) γρήγορα είτε από το προηγούμενο φωνήεν είτε προς το επόμενο. Τα συνηθέστερα ημίφωνα είναι το μπροστινό (ουρανικό) [j] και το πίσω (υπερωικό) [w]. H κοινή νέα ελληνική διαθέτει μόνο το μπροστινό ημίφωνο, για το οποίο υπάρχει πλέον η τάση να πραγματώνεται συμφωνικά: π.χ. παιδιά [pe'dja] > [ped'ʝa] (το σύμβολο [j] του ΔΦΑ χρησιμοποιόταν τόσο για το μπροστινό ημίφωνο όσο και για το αντίστοιχο ουρανικό σύμφωνο, μέχρι την καθιέρωση του [ʝ] για το δεύτερο). Τα αρχαία ελληνικά διέθεταν και το πίσω ημίφωνο στο οποίο αντιστοιχούσε το γράφημα Ϝ (δίγαμμα).”
“ο τύπος βοήθα (προφορά /voˈiθa/ > βόηθα (προφορά /ˈvoi̯.θa/”
“ο αριθμός εννέα προφέρεται /eˈne.a/ > το εννιά προφέρεται /eˈɲa/”
“Οι φθόγγοι που είναι ημίφωνα στα αρχαία ελληνικά υποδιαιρούνται (όπως παριστάνονται με γράμματα) στα υγρά λ, ρ, στα ένρινα μ, ν και στο συριστικό σ (ς). Παλαιότερα ημίφωνα: ϝ (δίγαμμα), j (jot).”
“Κεφάλαιο: Φθόγγοι και γράμματα - Οικονόμου, Μιχ. Χ., Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Γυμνασίου Λυκείου, ΥΠΠΕΘ χ.χ.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free