ηλίαση
Ορισμοί
παθολογική αντίδραση του οργανισμού που εκδηλώνεται κυρίως με πονοκέφαλο, ναυτία και εξάντληση, έπειτα από παρατεταμένη έκθεση του ακάλυπτου κεφαλιού στην έντονη ηλιακή ακτινοβολία
Ισοδύναμα
26 more languages
العربيةضَرْبَة شَمْس
Българскислънчев удар
DeutschSonnenstich
Ελληνικάηλιοπληξία
Esperantosunfrapo
Suomiauringonpistos
Galegotesteiro
हिन्दीघाम
Magyarnapszúrás
Македонскисончаница
Portuguêsinsolação
Slovenčinaúpal
Svenskasolsting
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free