Σημασία του ηλίαση | Babel Free
iˈli.as.iΟρισμοί
παθολογική αντίδραση του οργανισμού που εκδηλώνεται κυρίως με πονοκέφαλο, ναυτία και εξάντληση, έπειτα από παρατεταμένη έκθεση του ακάλυπτου κεφαλιού στην έντονη ηλιακή ακτινοβολία
Ισοδύναμα
العربية
ضَرْبَة شَمْس
Български
слънчев удар
Deutsch
Sonnenstich
Ελληνικά
ηλιοπληξία
English
Sunstroke
Esperanto
sunfrapo
Suomi
auringonpistos
Galego
testeiro
हिन्दी
घाम
Magyar
napszúrás
Македонски
сончаница
Português
insolação
Slovenčina
úpal
Svenska
solsting
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free