ζυγιάζω
Ορισμοί
-
μορφλγ ζυγίζω familiar
- τοποθετώ συμμετρικά και υπολογισμένα
-
κρίνω, συγκρίνω, μετρώ, υπολογίζω figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ζυγιάζω.
Ισοδύναμα
Englishto weigh
Παραδείγματα
“※ Αυτά ήθελα να σου πω, γι' αυτό σε φώναξα• και τώρα ζύγιασε καλά τα όσα άκουσες κι αποκρίσου. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
“※ Πές μου τί θὰ κάνεις τὸ ντιράμ . Μοῦ ρίχνει μιά ματιά, σάν νά μέ ζυγιάζει, κι ἄκου τήν καταπληχτική ἀπάντηση πού μοῦ ξεφούρνισε: «Σᾶς ζήτησα ἕνα ντιράμ. Ἐσεῖς μπορεῖτε ν' ἀποφασίσετε ἄν θά μοῦ τό δώσετε ἤ ὄχι. Ὅμως δέν εἶναι ὑποχρεωμένος νά σᾶς πῶ τί θά κάνω.» (Νέα Εστία, τόμος 90, 1971, σελ. 1370)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free