HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ζυγιάζω — definition

Conjugation of ζυγιάζω

Regular CEFR B1
ziˈʝa.zo

τοποθετώ συμμετρικά και υπολογισμένα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζυγιάζω
εσύ ζυγιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ζυγιάζει
εμείς ζυγιάζουμε
εσείς ζυγιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγιάζουν
Παρατατικός
εγώ ζύγιαζα
εσύ ζύγιαζες
αυτός / αυτή / αυτό ζύγιαζε
εμείς ζυγιάζαμε
εσείς ζυγιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζύγιαζαν
Αόριστος
εγώ ζύγιασα
εσύ ζύγιασες
αυτός / αυτή / αυτό ζύγιασε
εμείς ζυγιάσαμε
εσείς ζυγιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζύγιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζυγιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζυγιάσω
εσύ ζυγιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ζυγιάσει
εμείς ζυγιάσουμε
εσείς ζυγιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ζύγιαζε
εσείς ζυγιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζύγιασε
εσείς ζυγιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ζυγιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζυγιάζομαι
εσύ ζυγιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ζυγιάζεται
εμείς ζυγιαζόμαστε
εσείς ζυγιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγιάζονται
Παρατατικός
εγώ ζυγιαζόμουν
εσύ ζυγιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ζυγιαζόταν
εμείς ζυγιαζόμασταν
εσείς ζυγιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγιάζονταν
Αόριστος
εγώ ζυγιάστηκα
εσύ ζυγιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ζυγιάστηκε
εμείς ζυγιαστήκαμε
εσείς ζυγιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζυγιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζυγιαστώ
εσύ ζυγιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ζυγιαστεί
εμείς ζυγιαστούμε
εσείς ζυγιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ζυγιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ζυγιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζυγιάσου
εσείς ζυγιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ζυγιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary