Meaning of ζεύγος | Babel Free
/ˈze.vɣos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο συνδυασμός δύο στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο
- δύο άνθρωποι που ενώνονται με τα δεσμά του γάμου ή έχουν ερωτικό δεσμό
- ζευγάρι λέξεων με κοινά χαρακτηριστικά
-
διπλότυπες λέξεις ίδιας ετυμολογικής προέλευσης σε μία γλώσσα, που όμως έχουν διαφορετικές ετυμολογικές διαδρομές και εισήλθαν στην γλώσσα σε διαφορετικές στιγμές, συνήθως διότι μία αποτελεί αντιδάνειο· έχει δηλαδή διαφοροποιηθεί μορφολογικά μέσω δανεισμού σε άλλες ξένες γλώσσες ή διαλέκτους της ίδιας γλώσσας πριν γυρίσει πίσω στην γλώσσα προέλευσής της especially
-
δύο συγγενικά άμεσα δάνεια της ίδιας γλώσσας especially
-
δύο συγγενικά άμεσα δάνεια διαφορετικών γλωσσών especially
-
διαχρονική ενδογενής λέξη και συγγενικό αντιδάνειο especially
-
δύο ενδογενείς λέξεις της ίδιας γλώσσας διαφορετικών περιόδων especially
Παραδείγματα
“ζεύγος υποδημάτων”
pair of shoewear
“ηλεκροπαραγωγό ζεύγος”
literally: an electricity producing pair. A power generator
“See derivatives”
“συζυγικό ζεύγος”
a married couple
“προεδρικό ζεύγος”
the presidential couple (the president and spouse)
“καλλιτεχνικό ζεύγος”
an artistic couple (as duo)
“Να σας συστήσω το ζεύγος Παπαδοπούλου. Παντρεύτηκαν πέρσι, αλλά είναι ζευγάρι εδώ και δέκα χρόνια.”
May I present Mr and Mrs (the couple) Papadopoulos. They married last year, but they've been together (a pair) for ten years.
“≈ συνώνυμα: ζευγάρι”
“σημασιολογικά ζεύγη”
“γραμματική > γκλάμουρ (αίγλη), μέσω τής αγγλογαλλικής”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.