Meaning of ζεμπίλι | Babel Free
Ορισμοί
- ο μεγάλος σάκος από ψάθα, χοντρό ύφασμα, δέρμα ή ελαστικό υλικό (καουτσούκ) με μεγάλο στόμιο και δύο χειρολαβές, που χρησιμεύει για την πρόχειρη μεταφορά οικοδομικών υλικών, καυσόξυλων κ.λπ.
-
ο σάκος φορτοεκφόρτωσης χύμα ξηρού φορτίου idiomatic
Παραδείγματα
“※ Έφαγαν … και εσήκωσαν τα κομμάτια οπού επερίσσευαν επτά ζεμπίλια. (Μάξιμος Καλλιουπολίτης (μτφ.), Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Μάρκ. η´ 8. Γενεύη, 1638.)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.