HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζεμπίλι | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. ο μεγάλος σάκος από ψάθα, χοντρό ύφασμα, δέρμα ή ελαστικό υλικό (καουτσούκ) με μεγάλο στόμιο και δύο χειρολαβές, που χρησιμεύει για την πρόχειρη μεταφορά οικοδομικών υλικών, καυσόξυλων κ.λπ.
  2. ο σάκος φορτοεκφόρτωσης χύμα ξηρού φορτίου
    idiomatic

Παραδείγματα

“※ Έφαγαν … και εσήκωσαν τα κομμάτια οπού επερίσσευαν επτά ζεμπίλια. (Μάξιμος Καλλιουπολίτης (μτφ.), Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Μάρκ. η´ 8. Γενεύη, 1638.)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζεμπίλι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course