HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ζαγάρι

Ουσιαστικό CEFR B1
zaˈɣa.ɾi

Ορισμοί

  1. κυνηγόσκυλο
    Demotic, vulgar
  2. παλιόσκυλο, τιποτένιος άνθρωπος (γενικότερα μειωτικός, προσβλητικός, ή περιφρονητικός χαρακτηρισμός άδηλης σημασίας)
    familiar, figuratively, offensive
  3. άτιμος
    familiar, figuratively

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“※ 19ος αιώνας, Γεώργιος Βιζυηνός, Ἀτθίδες Αὖραι, Ἡ βροχή, (1883), (απόσπασμα), στίχ. 15 (13-16)”
“Καὶ καθὼς τὰ παλληκάρια διοῦν κοπέλαις μὲ σταμνιά, κυνηγοῦν σὰν τὰ ζαγάρια, γιὰ νὰ πιάσουνε καμμιά.”
“※ «…Ο Βελη-Γκέκας το σκυλί, το άπιστο ζαγάρι» (λαϊκό τραγούδι για τον Κατσαντώνη)”
“※ «Σκασμός, ζαγάρι, η τράπουλα είναι δική μου, τα χαρτιά θα κάνουν ό,τι θέλω εγώ» (Σημερινή (Κύπρου), 23/4/2004)”
Βρε, το ζαγάρι, βρε το ατιμούλικο! Πάλι τα κατάφερε το παιδάκι μου!”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ζαγάρι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free