Meaning of ζαγάρι | Babel Free
/zaˈɣa.ɾi/Ορισμοί
-
κυνηγόσκυλο Demotic, vulgar
-
παλιόσκυλο, τιποτένιος άνθρωπος (γενικότερα μειωτικός, προσβλητικός, ή περιφρονητικός χαρακτηρισμός άδηλης σημασίας) familiar, figuratively, offensive
-
άτιμος familiar, figuratively
Παραδείγματα
“※ 19ος αιώνας, Γεώργιος Βιζυηνός, Ἀτθίδες Αὖραι, Ἡ βροχή, (1883), (απόσπασμα), στίχ. 15 (13-16)”
“Καὶ καθὼς τὰ παλληκάρια διοῦν κοπέλαις μὲ σταμνιά, κυνηγοῦν σὰν τὰ ζαγάρια, γιὰ νὰ πιάσουνε καμμιά.”
“※ «…Ο Βελη-Γκέκας το σκυλί, το άπιστο ζαγάρι» (λαϊκό τραγούδι για τον Κατσαντώνη)”
“※ «Σκασμός, ζαγάρι, η τράπουλα είναι δική μου, τα χαρτιά θα κάνουν ό,τι θέλω εγώ» (Σημερινή (Κύπρου), 23/4/2004)”
“Βρε, το ζαγάρι, βρε το ατιμούλικο! Πάλι τα κατάφερε το παιδάκι μου!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.