HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευφυΐα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/e.fiˈi.a/

Ορισμοί

  1. η ικανότητα αντίληψης του κόσμου, η ευθυκρισία και η δυνατότητα του ατόμου να ενεργεί λειτουργικά, αποδοτικά, η ιδιότητα του ευφυούς
  2. πρακτική και μετρήσιμη ικανότητα (δείκτης ευφυΐας)

Ισοδύναμα

English ability

Παραδείγματα

“※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.”
“γενική ευφυΐα (συνολικό εύρος ικανοτήτων, αποδοτικότητας)”
“μία από τις επιμέρους ευφυΐες (ικανότητες, αποδόσεις σε συγκεκριμένο τομέα. Π.χ. αριθμητική, χωροταξική, λεκτική, συναισθηματική, μουσική κτλ.)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευφυΐα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course