Meaning of ευλυγισία | Babel Free
/e.vli.ʝiˈsi.a/Ορισμοί
- η ιδιότητα του ευλύγιστου, το να είναι κάποιος εύκαμπτος
- η ελαστικότητα των μυών και η αρθρική κινητικότητα
- η ευκολία που έχει κάποιο σώμα ή κάτι στο να λυγίζει
-
η ικανότητα προσαρμογής σε κάτι νέο figuratively
Ισοδύναμα
English
Pliability
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.