ευάλωτη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ευάλωτος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η ευάλωτη κατάσταση των παιδιών απαιτεί προστασία.”
The vulnerable situation of the children requires protection.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free