HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επίτροπος | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/eˈpi.tɾo.pos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. που έχει την επίσημη ευθύνη να διαχειρίζεται ή να διοικεί κάτι, είναι υπεύθυνος για κάποιον κ.λπ.
  3. που ασχολείται με τις εισπράξεις και τις δαπάνες ενός ναού
  4. εισαγγελέας σε στρατοδικείο ή ναυτοδικείο

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επίτροπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course