Σημασία του επίτροπος | Babel Free
eˈpi.tɾo.posΟρισμοί
Ισοδύναμα
Български
лавка
Català
comissionat
Čeština
komisař
Cymraeg
comisiynydd
Dansk
kommissær
Deutsch
Beauftragte
Beauftragter
Kirchenvorsteher
Kirchenvorsteherin
Kommissar
Kommissarin
Kommissionsmitglied
Հայերեն
հանձնակատար
Bahasa Indonesia
komisariat
Italiano
commissario
Македонски
епитроп
Polski
kościelny
Русский
комиссар
ктитор
представитель
представительница
уполномо́ченная
уполномоченный
церко́вный ста́роста
чипок
член коми́ссии
Kiswahili
kamishna
Türkçe
komiser
Παραδείγματα
“※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free