Meaning of επίβλημα | Babel Free
/eˈpi.vli.ma/Ορισμοί
-
: αυτό που είναι βαλμένο από πάνω, κάλυμμα archaic, no-gloss, rare
-
όπως για μεσαιωνικά ή αρχαία ιμάτια, χλαμύδες και άλλα εξωτερικά ενδύματα archaic, rare
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“※ Όπως στον ορισμό της λέξης «μεγαλογράμματος» του Μεσαιωνικού Λεξικού του Κριαρά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.