HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εξαρχία | Babel Free

Noun CEFR B1
/e.ksaɾˈçi.a/

Ορισμοί

  1. το αξίωμα ενός εξάρχου
  2. το χρονικό διάστημα που κάποιος έξαρχος έχει το σχετικό αξίωμα και ασκεί τα καθήκοντά του
  3. τα καθήκοντα και η αποστολή που ανατίθενται σε κάποιον έξαρχο
  4. η περιοχήστην οποία ασκεί τα καθήκοντά του κάποιος έξαρχος

Παραδείγματα

“※ Ανάμεσα στις επισκέψεις που έκανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στο ταξίδι που πραγματοποιεί στη Μόσχα, βρέθηκε και στην εξαρχία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Οι εξαρχίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχουν τον ρόλο της αντιπροσωπείας, είναι κάτι σαν τις διπλωματικές αποστολές. Στην Αθήνα εξαρχίες έχουν το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Δεν έχει, όμως, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που διαθέτει μόνο ένα γραφείο, το οποίο εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του 2000, ύστερα από διαπραγματεύσεις που έγιναν μεταξύ Φαναρίου και Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Για να αναβαθμιστεί σε εξαρχία, είναι απαραίτητο να διαθέτει και μία εκκλησία, την οποία είτε θα ανεγείρει είτε θα του παραχωρηθεί. (εφ. Ελευθεροτυπία, 25/5/2010)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εξαρχία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course