HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εξαΰλωση | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω
  2. η μετατροπή κάποιου σε άυλο, η αφαίρεση της υλικότητας
  3. η μετατροπή της ύλης σε ενέργεια
  4. εξαφάνιση, αφαίρεση
    figuratively
  5. η εξιδανίκευση
    figuratively

Παραδείγματα

“Με την εξαΰλωση των συντάξεων και των εφάπαξ στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, η κυβέρνηση επιβάλλει αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό για την ανακεφαλαιοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εξαΰλωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course