Meaning of εξαΰλωση | Babel Free
Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω
- η μετατροπή κάποιου σε άυλο, η αφαίρεση της υλικότητας
- η μετατροπή της ύλης σε ενέργεια
-
εξαφάνιση, αφαίρεση figuratively
-
η εξιδανίκευση figuratively
Παραδείγματα
“Με την εξαΰλωση των συντάξεων και των εφάπαξ στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, η κυβέρνηση επιβάλλει αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό για την ανακεφαλαιοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.