HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ελενίτ | Babel Free

Noun CEFR B1
/e.leˈnit/

Ορισμοί

  1. πλάκα αμιαντοτσιμέντου (αμιαντοσανίδα) που χρησιμοποιείτο στην κατασκευή στέγης (ή υπόστεγου), με σχήμα κυματοειδές σε απομίμηση κεραμοσκεπής, καθώς και σωλήνες από το ίδιο υλικό
    dated
  2. κυματοειδή φύλλα για κατασκευή σκεπής που μοιάζουν στο σχήμα με τα παλαιά ελενίτ και προσφέρονται με τον χαρακτηρισμό τύπου ελενίτ

Παραδείγματα

“※ τα προϊόντα και υλικά που προέρχονται από εκσκαφές, κατεδαφίσεις και γενικά οικοδομικές εργασίες (μπάζα) καθώς επίσης και τα τοξικά – επικίνδυνα απορρίμματα (π.χ προϊόντα αμιάντου-ελενίτ κ.α) δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες αποβλήτων στην περισυλλογή των οποίων υποχρεούται η Υπηρεσία (Διεύθυνση Καθαριότητας: Ευθύνη των δημοτών η αποκομιδή των τοξικών – επικίνδυνων απορριμμάτων, 4 Μαρτίου 2016, e-thessalia.gr https://e-thessalia.gr/diefthynsi-kathariotitas-efthyni-ton-dimoton-apokomidi-ton-toxikon-epikindynon-aporrimmaton/)”
“※ Κυματοειδή πολυεστερικά φύλλα τύπου "Ελενίτ" (διατομή ... (από εμπορική ιστοσελίδα πώλησης δομικών υλικών, ανακτήθηκε 6/11/2021)”
“※ Πολυεστερικά αυλακωτά φύλλα τύπου ΕΛΕΝΙΤ (πλαστικό) (από εμπορική ιστοσελίδα πώλησης δομικών υλικών, ανακτήθηκε 6/11/2021)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ελενίτ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course