HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

εκσκαφέας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ek.skaˈfe.as

Ορισμοί

το μηχάνημα που χρησιμοποιείται σε χωματουργικές εργασίες, το οποίο σκάβει και αδειάζει το χώμα σε μεταφορικό μέσο

Ισοδύναμα

18 more languages
العربيةحفار
Българскикопач
Catalàexcavador
Danskgraver
Esperantofosilo
Македонскикопач
Nederlandsgraver
Românăsăpător
Српскиkopačкопач
Svenskagrävare
Українськаграбар

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εκσκαφέας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free