εθνότητα
Ορισμοί
πληθυσμική ομάδα με κοινές πολιτισμικές ρίζες, συνήθως μικρότερη ομάδα απ' το έθνος/εθνικότητα και με λιγότερη ιεραρχικά νομική ισχύ κυρίως γιατί περισσότερες εθνικότητες ταυτίζονται με κράτος σε σχέση με τις εθνότητες που συνήθως ταυτίζονται με υπο-ομάδες μέσα σε ένα κράτος, φυσικά αυτή η ερμηνεία δεν είναι απόλυτη
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free