δυσφασικός
Ορισμοί
- ασυντόνιστος, θορυβικός, χαοτικός, αυτός που αναλύεται κατά Fourier σε πολλές φάσεις οι οποίες έχουν παραταχθεί μεταξύ τους ατάκτως (έχοντας τυχαίες μεταξύ τους συχνότητες [πχ. μη ελάχιστου κοινού πολλαπλάσιου-πολλαπλασίου], κορυφές [μέγιστη ένταση] και γωνίες [συγκριτικές-σχετικές κλίσεις] στον χώρο) χωρίς να ενισχύονται ή να ακυρώνονται με σαφήνεια
- που σχετίζεται με την διαταραχή του λόγου που ονομάζεται δυσφασία
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free