δυσπραξία
Ορισμοί
νευροαναπτυξιακή διαταραχή κατά την οποία δυσχεραίνεται ο σχεδιασμός, η οργάνωση και η εκτέλεση εκούσιων κινήσεων, παρά τη φυσιολογική μυϊκή ισχύ και κατανόηση της πράξης
Ισοδύναμα
7 more languages
Češtinadyspraxie
DeutschDyspraxie
Suomidyspraksia
Bahasa Indonesiadispraksia
Nederlandsdyspraxie
Polskidyspraksja
Portuguêsdispraxia
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free