Meaning of δυσπροσαρμοστικότητα | Babel Free
Ορισμοί
η δυσκολία ενός ατόμου, οργανισμού ή συστήματος να προσαρμόζεται εύκολα, γρήγορα και αποτελεσματικά σε νέες συνθήκες, αλλαγές ή περιβάλλοντα
formal
Παραδείγματα
“※ Ο υπάρχον,⁽ˢⁱᶜ⁾ ωστόσο, φορμαλισμός, η τυποποίηση και οι απόλυτες κανονιστικές διευθετήσεις συχνά οδηγούν τον οργανισμό σε αδυναμία εξέλιξης, σε δυσπροσαρμοστικότητα απέναντι σε αναγκαίες αλλαγές, σε αδυναμία αποτελεσματικού ελέγχου άτυπων πτυχών του καθώς και σε μη αξιοποίηση της ευρηματικότητας, της ευφυΐας και της πρωτοβουλίας των υπαλλήλων, εφόσον αυτοί περιορίζονται αποκλειστικά στα καθορισμένα γι' αυτούς καθήκοντα.”
“※ Υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν με εμπειρίες μάθησης, οι οποίες μεγιστοποιούν τις πιθανότητες για πετυχημένη προσαρμογή στο περιβάλλον ενώ άλλα δε βιώνουν τέτοιου είδους εμπειρίες, οπότε και εκδηλώνουν δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά. Βέβαια η δυσπροσαρμοστικότητα εξαρτάται και από τα ήθη και έθιμα της κάθε κοινωνίας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.