δυσθρεψία
Ορισμοί
κλινική κατάσταση κατά την οποία η θρεπτική πρόσληψη ή η θρεπτική αξιοποίηση δεν επαρκεί ή είναι υπερβολική, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η σύσταση και λειτουργία των ιστών και να επέρχονται αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία
neologism
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةسُوء تَغْذِيَة
Češtinapodvýživa
עבריתתת תזונה
हिन्दीकुपोषण
Հայերենթերասնում
Italianodenutrizione
日本語栄養失調
한국어영양실조
Malagasytsifanjariantsakafo
မြန်မာအာဟာရချို့တဲ့ခြင်း
Nederlandsondervoeding
Polskiniedożywienie
Portuguêsdesnutrição
Русскийнедоедание
Svenskaundernäring
Türkçeyetersiz beslenme
Українськанедоїдання
中文營養不良
繁體中文營養不良
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free