Σημασία του δυσθρεψία | Babel Free
Ορισμοί
κλινική κατάσταση κατά την οποία η θρεπτική πρόσληψη ή η θρεπτική αξιοποίηση δεν επαρκεί ή είναι υπερβολική, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η σύσταση και λειτουργία των ιστών και να επέρχονται αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία
neologism
Ισοδύναμα
العربية
سُوء تَغْذِيَة
Čeština
podvýživa
English
Malnutrition
Español
malnutrición
Français
malnutrition
עברית
תת תזונה
हिन्दी
कुपोषण
Հայերեն
թերասնում
Italiano
denutrizione
日本語
栄養失調
한국어
영양실조
Malagasy
tsifanjariantsakafo
မြန်မာ
အာဟာရချို့တဲ့ခြင်း
Nederlands
ondervoeding
Polski
niedożywienie
Português
desnutrição
Русский
недоедание
Svenska
undernäring
Türkçe
yetersiz beslenme
Українська
недоїдання
中文
營養不良
繁體中文
營養不良
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free