HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δυσγραφία

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

ειδική μαθησιακή διαταραχή που εκδηλώνεται ως επίμονη δυσκολία στη γραπτή απόδοση λόγου, ιδίως στον σχηματισμό γραμμάτων και στη ροή της γραφής, χωρίς να οφείλεται σε έλλειψη νοημοσύνης ή εκπαίδευσης

Ισοδύναμα

10 more languages
Българскиаграфия
Češtinadysgrafie
Italianodisgrafia
日本語書字障害
Nederlandsdysorthografie
Portuguêsdisgrafia
Русскийдисграфи́я
Svenskadysgrafi

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δυσγραφία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free