δυσγραφία
Ορισμοί
ειδική μαθησιακή διαταραχή που εκδηλώνεται ως επίμονη δυσκολία στη γραπτή απόδοση λόγου, ιδίως στον σχηματισμό γραμμάτων και στη ροή της γραφής, χωρίς να οφείλεται σε έλλειψη νοημοσύνης ή εκπαίδευσης
Ισοδύναμα
10 more languages
Българскиаграфия
Češtinadysgrafie
Italianodisgrafia
日本語書字障害
Nederlandsdysorthografie
Portuguêsdisgrafia
Русскийдисграфи́я
Svenskadysgrafi
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free