Σημασία του δυσγραφία | Babel Free
Ορισμοί
ειδική μαθησιακή διαταραχή που εκδηλώνεται ως επίμονη δυσκολία στη γραπτή απόδοση λόγου, ιδίως στον σχηματισμό γραμμάτων και στη ροή της γραφής, χωρίς να οφείλεται σε έλλειψη νοημοσύνης ή εκπαίδευσης
Ισοδύναμα
Български
аграфия
Čeština
dysgrafie
English
dysgraphia
Français
dysgraphie
Italiano
disgrafia
日本語
書字障害
Nederlands
dysorthografie
Português
disgrafia
Русский
дисграфи́я
Svenska
dysgrafi
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free