Meaning of δυναμό | Babel Free
/ði.naˈmo/Ορισμοί
η συσκευή που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα συνεχούς τάσεως, μέσω της ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής, και τροφοδοτεί μπαταρίες και ηλεκτρικά συστήματα αυτοκινήτων
Ισοδύναμα
English
Dynamo
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.