Meaning of δυαδικός | Babel Free
/ði.a.ðiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με δυάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που αποτελείται από δύο τμήματα ή μέρη
- δυαδικό, σύστημα αρίθμησης με βάση το 2 και χρήση μόνο των ψηφίων 0 και 1 για την αναπαράσταση αριθμών.
- αναφέρεται σε αρχεία που περιέχουν κωδικοποιημένες πληροφορίες, όπως τα αρχεία ενός επεξεργαστή κειμένου, φωτογραφιών, κλπ.
- boolean: που λαμβάνει τιμές 1 ή 0, οι οποίες αντιστοιχούν στο "αληθής" (true) ή "ψευδής" (false)
Ισοδύναμα
English
Binary
Παραδείγματα
“※ (ανέκδοτο) Υπάρχουν 10 (σ.σ. 10_((δυαδικό σύστημα)) = 2_((δεκαδικό σύστημα))) τύποι ανθρώπων. Αυτοί που κατανοούν το δυαδικό σύστημα, κι αυτοί που δεν το κατανοούν.”
“Δυαδικό σύστημα Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.