δούλεψαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
Παραδείγματα
“Οι μαστόροι δούλεψαν όλη μέρα στο εργοτάξιο.”
The craftsmen worked all day at the construction site.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free