δουλέψαμε
Ορισμοί
α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος δουλεύω
Παραδείγματα
“Πέρσι δουλέψαμε μαζί σε ένα μεγάλο έργο.”
Last year we worked together on a big project.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free