ΔΜΣ
Ορισμοί
αριθμητικός δείκτης που εκφράζει τη σχέση βάρους προς το τετράγωνο του ύψους και χρησιμοποιείται για την ενδεικτική κατηγοριοποίηση της σωματικής κατάστασης ενός ατόμου ως προς το βάρος του
Ισοδύναμα
12 more languages
العربيةمُؤَشِّر كُتْلَة جِسْم
Suomipainoindeksi
Magyartesttömegindex
Bahasa Indonesiaindeks massa tubuh
Italianoindice di massa corporea
한국어체질량 지수
Kurdîqî
PolskiBMI
РусскийИМТ
Παραδείγματα
“Ο γιατρός υπολόγισε τον ΔΜΣ του ασθενούς κατά την εξέταση.”
The doctor calculated the patient's BMI during the examination.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free