Meaning of Διόνυσος | Babel Free
/ˈðʝo.ni.sos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- μυθολογικός θεός της γονιμότητας και του κρασιού, γιος του Δία και της Σεμέλης, προς τιμήν του οποίου γίνονταν οι λατρευτικές διονυσιακές γιορτές, τα Διονύσια.
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.