Meaning of διωχθείς | Babel Free
Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος διώκω: διωγμένος, που διώχθηκε από ένα τόπο, που υπέστη διώξεις, πολιτικές, ποινικές, κοινωνικές formal
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώκομαι, παθητική φωνή του διώκω
- θα διωχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώκομαι, παθητική φωνή του διώκω
Παραδείγματα
“οι διωχθέντες από την απριλιανή χούντα”
“άλλες μορφές: διωχθέντας”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.