διωχθείς
Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος διώκω: διωγμένος, που διώχθηκε από ένα τόπο, που υπέστη διώξεις, πολιτικές, ποινικές, κοινωνικές formal
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώκομαι, παθητική φωνή του διώκω
- θα διωχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώκομαι, παθητική φωνή του διώκω
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free