Σημασία του διωχθείς | Babel Free
Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος διώκω: διωγμένος, που διώχθηκε από ένα τόπο, που υπέστη διώξεις, πολιτικές, ποινικές, κοινωνικές formal
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διώκομαι, παθητική φωνή του διώκω
- θα διωχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διώκομαι, παθητική φωνή του διώκω
Ισοδύναμα
Español
expulsado
Italiano
esclusa
esclusa
esclusa
escluse
escluse
escluse
esclusi
esclusi
esclusi
escluso
escluso
espulse
espulse
espulsi
espulsi
espulsi
espulso
espulso
espulso
日本語
対象外
Latina
depulsus
detrusus
eiectus
emissus
exactus
exclusus
expers
exterminatus
persecutus
promotus
pulsus
Nederlands
ontheemd
Türkçe
münezzeh
Tiếng Việt
oan
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free