διωναία
Ορισμοί
σαρκοβόρο φυτό (Dionaea muscipula) που συλλαμβάνει και τρώει μικρά έντομα με ειδικά τροποποιημένα φύλλα–παγίδες, αξιοποιώντας τα θρεπτικά τους συστατικά για την ανάπτυξή του
Ισοδύναμα
18 more languages
Češtinamucholapka podivná
DeutschVenusfliegenfalle
Esperantomuŝkaptulo
Suomikärpäsloukku
Gaeilgecuilghaiste Véineas
日本語蠅取草
한국어파리지옥
Polskimuchołówka
Русскиймухоло́вка
SvenskaVenus flugfälla
ไทยกาบหอยแครง
Tiếng Việtbẫy kẹp
中文捕蠅草
繁體中文捕蠅草
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free