διστομίαση
Ορισμοί
παρασιτική λοίμωξη του ήπατος και των χοληφόρων οδών, η οποία προκαλείται από την εγκατάσταση τρηματωδών ελμίνθων στον οργανισμό και προσβάλλει κυρίως τα μηρυκαστικά, χωρίς ωστόσο να εξαιρείται ο άνθρωπος
Ισοδύναμα
Englishdistomiasis
Françaisdistomatose
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free