Meaning of δισάκι | Babel Free
/ðiˈsa.ci/Ορισμοί
διπλός σάκος που κρεμιόταν απ’ τον ώμο ή από το σαμάρι ενός ζώου
Παραδείγματα
“※ Τι έχει ο φτωχός να φοβηθεί, / σπίτι, ουρανός όπου σταθεί, / το δισάκι του στον ώμο, / για το δρόμο…”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.