Meaning of διοπτρία | Babel Free
Ορισμοί
μονάδα μέτρησης της ισχύος ενός φακού, αντίστροφη της εστιακής απόστασης, που συμβολίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα δ και εκφράζεται σε μέτρα⁻¹
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.