Meaning of δικτύωση | Babel Free
/ðiˈkti.o.si/Ορισμοί
- η σύνδεση ή ενσωμάτωση σε κάποιο δίκτυο
- η σύνδεση μονάδων (υπολογιστών, κινητών κ.ά.) σε κάποιο τοπικό ή ευρύτερο δίκτυο
-
οι γνωριμίες που κάνει κάποιος figuratively
- η περίφραξη με κάποιο δικτυωτό πλέγμα
Ισοδύναμα
English
Networking
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.