διζυγώτης
Ορισμοί
ο ετεροζυγώτης δίδυμος, αυτος που δεν μοιράζεται απόλυτα κοινό DNA με τον/την αδελφή του, καθώς τα δύο δίδυμααδέλφια έχουν προέλθει από τη γονιμοποίηση δύο και όχι ενός ωαρίου. Ο όρος χρησιμοποιείται για προσδιορισμό αλλά και σε αντιδιαστολή προς το μονοζυγώτη ή ομοζυγώτη δίδυμο.
Ισοδύναμα
10 more languages
Dansktveægget
Deutschzweieiig
Ελληνικάδιζυγωτικός
Suomierimunainen
Magyarkétpetéjű
Lëtzebuergeschzweeeeëg
Македонскидвојајчен
Nederlandstwee-eiig
Portuguêsdizigótico
Παραδείγματα
“Ο Γιώργος και η Μαρία είναι διζυγώτες δίδυμοι”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free