Meaning of διαφθορά | Babel Free
/ði̯a.fθoˈɾa/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφθείρω
- η βιωμένη (ιδίως σεξουαλική) ανηθικότητα
- η καταπάτηση της ηθικής, των γραπτών ή άγραφων νόμων, κατά τρόπο συστηματικό, και ιδίως η δωροδόκηση (κρατικών ή μη) λειτουργών ή υπαλλήλων
Ισοδύναμα
English
corruption
Παραδείγματα
“※ «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.). («Χαοτική» η κατάσταση στην αγορά πετρελαιοειδών λέει η ΠΟΠΕΚ, in.gr, 22/7/2015 https://www.in.gr/2015/07/22/economy/xaotiki-i-katastasi-stin-agora-petrelaioeidwn-leei-i-popek)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.