Meaning of διαφθορείο | Babel Free
/ði̯a.fθoˈɾi.o/Ορισμοί
- πορνείο ή άλλο αντίστοιχο μέρος, όπου κάποιοι εκδίδονται
-
μέρος όπου κυριαρχεί η ανηθικότητα και οι θαμώνες μπορεί να διαφθαρούν broadly
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.