διαιρέτης
Ορισμοί
- σε κλασματική παράσταση, ο παρονομαστής του κλάσματος
- αριθμός ο οποίος διαιρεί ακριβώς έναν άλλο χωρίς να αφήνει υπόλοιπο
Ισοδύναμα
27 more languages
Azərbaycan dilibölən
Catalàdivisor
Češtinadělitel
Esperantodivizoro
Suomijakaja
हिन्दीअपवर्तक
Magyarosztó
Bahasa Indonesiapembagi
Italianodivisore
日本語除数
한국어제수
Кыргызчабөлүүчү
Latviešudalītājs
Македонскиделител
Bahasa Melayupembahagi
Nederlandsdeler
Polskidzielnik
Portuguêsdivisor
Русскийделитель
Svenskadelare
TagalogPahati
TürkçeBölen
Українськадільник
Tiếng Việtsố chia
Παραδείγματα
“στα καταχρηστικά κλάσματα ο διαιρέτης είναι μικρότερος από τον διαιρετέο”
“οι πρώτοι αριθμοί έχουν ως διαιρέτες μόνον τον εαυτό τους και τη μονάδα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free