Meaning of διαδοχή | Babel Free
/ðʝaðoˈçi/Ορισμοί
- η ενέργεια του διαδέχομαι
- η ανάληψη αξιώματος ή θέσης που μέχρι πρότινος κατείχε κάποιος άλλος
- η ακολούθηση κάποιου πράγματος, φαινομένου κ.λπ. από κάτι άλλο
Ισοδύναμα
English
succession
Παραδείγματα
“η διαδοχή του θρόνου”
the succession of the throne
“η διαδοχή των γεγονότων που οδήγησαν στον πόλεμο”
the series of events that led to the war
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.