HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δεσπότης

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ðesˈpotis

Ορισμοί

  1. ηγεμόνας, άρχοντας
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ο ηγεμόνας ενός δεσποτάτου
    especially
  4. επίσκοπος (με κλητική δέσποτα και πληθυντικό δεσπότες και δεσποτάδες)

Ισοδύναμα

38 more languages
Българскидеспот
Bahasa Indonesiaautokrat
ភាសាខ្មែរអត្តាធិបតី
Latinatyrannus
Македонскиавтократдеспот
Bahasa Melayuautokrat

Παραδείγματα

“Όταν πήρε εξουσία, ονόμασε τον εαυτό του δεσπότη.”

When he took power, he named himself as despot.

Την ευλογία σου, δέσποτα!”

Your blessing, please, Bishop!

“Ευλόγησον, δέσποτα!”

Bless us, O Lord!

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δεσπότης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free