δεσμευμένη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δεσμευμένος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Νιώθει δεσμευμένη από την υπόσχεση που έδωσε.”
She feels bound by the promise she made.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free