δέκτης
Ορισμοί
- αυτός που δέχεται, λαμβάνει κάτι (θηλυκό δέκτρια)
- που προσλαμβάνει και κατανοεί ένα γλωσσικό ή άλλου είδους μήνυμα
- γλώσσα
- αυτός που δέχεται όργανο για μεταμόσχευση
- υποδοχέας στο νευρικό σύστημα
- συσκευή που λαμβάνει ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά σήματα, όπως το ραδιόφωνο, ο ραδιοενισχυτής, η τηλεόραση
- ότι δέχεται και επεξεργάζεται σήμα, μήνυμα, πληροφορία, δεδομένα, κλπ.
Ισοδύναμα
15 more languages
Българскиакордьор
DeutschTuner
Ελληνικάκουρδιστής
日本語チューナー
Nederlandstuner
Românăacordor
Русскийнастройщик
Tiếng Việtradio
Παραδείγματα
“Στην καθημερινή επικοινωνία ο ομιλητής εναλλάσσεται συνεχώς στους ρόλους του πομπού και του δέκτη.”
“ένα καινούριο πρόγραμμα στους δέκτες σας”
“συντομογραφία: (τηλεπικοινωνίες) Rx”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free