HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δειλό

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του δειλός
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δειλός
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Μη φερθείς σαν δειλό και αντιμετώπισε το πρόβλημα.”

Don't act like a coward and face the problem.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δειλό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free