Meaning of δακρύζω | Babel Free
/ðaˈkɾi.zo/Ορισμοί
κλαίω, βγάζω δάκρυα (σταγόνες νερού) από τις άκρες των ματιών μου λόγω έντονης λύπης ή χαράς, αλλά και ως φυσιολογική αντίδραση σε εξωτερικό ερέθισμα όπως για παράδειγμα το κόψιμο κρεμμυδιού
Ισοδύναμα
English
Tear
Παραδείγματα
“※ Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.