HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δακρύζω — definition

Conjugation of δακρύζω

Regular CEFR B1
ðaˈkɾi.zo

κλαίω, βγάζω δάκρυα (σταγόνες νερού) από τις άκρες των ματιών μου λόγω έντονης λύπης ή χαράς, αλλά και ως φυσιολογική αντίδραση σε εξωτερικό ερέθισμα όπως για παράδειγμα το κόψιμο κρεμμυδιού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δακρύζω
εσύ δακρύζεις
αυτός / αυτή / αυτό δακρύζει
εμείς δακρύζουμε
εσείς δακρύζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δακρύζουν
Παρατατικός
εγώ δάκρυζα
εσύ δάκρυζες
αυτός / αυτή / αυτό δάκρυζε
εμείς δακρύζαμε
εσείς δακρύζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάκρυζαν
Αόριστος
εγώ δάκρυσα
εσύ δάκρυσες
αυτός / αυτή / αυτό δάκρυσε
εμείς δακρύσαμε
εσείς δακρύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάκρυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δακρύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δακρύσω
εσύ δακρύσεις
αυτός / αυτή / αυτό δακρύσει
εμείς δακρύσουμε
εσείς δακρύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δακρύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δάκρυζε
εσείς δακρύζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δάκρυσε
εσείς δακρύστε
Απαρέμφατο αορίστου
δακρύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary