HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίδακτρα | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/ˈðiðaktɾa/

Ορισμοί

το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάποιος σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί εκεί μαθήματα

Παραδείγματα

“※ Πήρα το πτυχίο στα τέσσερα χρόνια και μετά μου έρχεται η φλασιά. Λέω, εντάξει, δυο χιλιάρικα τα 'χεις για τα δίδακτρα. Έψαξα, βρήκα ένα μεταπτυχιακό που να μου ταιριάζει, που να μπορώ να το φέρω εις πέρας. (Σοφία Νικολαΐδου, Το χρυσό βραχιόλι, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίδακτρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course