Meaning of Δάρα | Babel Free
/ˈða.ɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δάρας
- χωριό της Τροιζηνίας, πρώην ονομασία της Τακτικούπολης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δάρας accusative, genitive, singular, vocative
Παραδείγματα
“※ Οι κάτοικοι του δυτικού τμήματος της γεωγραφικής αυτής περιοχής, απόλυτα εξαρτημένοι από την πεδιάδα και γι' αυτό εκτεθειμένοι στην επιχωριάζουσα ελονοσία, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα κατανέμονταν στις ακόλουθες πληθυσμιακές συναθροίσεις: στον Δαμαλά, στην Κοκκινιά, στο Βίδι, στον Πασά, στα Μαζώματα, στη Δάρα και στο Βαλαριό.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.